επιθετικός

επιθετικός
η , ό[ν]
1) наступательный; атакующий;

επιθετική δράση — наступательные действия;

επιθετικές επιχειρήσεις — наступательные бой;

επιθετικά όπλα — наступательное оружие;

2) прям. , перен. агрессивный;

επιθετικός πόλεμος — агрессивная война;

επιθετικόν ύφος — агрессивный тон;

3) грам, относящийся к прилагательному;

επιθετικός προσδιορισμός — определение


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "επιθετικός" в других словарях:

  • ἐπιθετικός — ready to attack masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιθετικός — ή, ό (AM ἐπιθετικός, ή, όν) 1. αυτός που έχει την ιδιότητα ή την τάση να επιτίθεται («επιθετική συμπεριφορά», «τὸν στρατηγὸν εἶναι χρὴ ἐπιθετικόν», Στράβ.) 2. γραμμ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε επίθετο, που έχει την ιδιότητα ή τη θέση… …   Dictionary of Greek

  • επιθετικός — ή, ό επίρρ. ά 1. που ανήκει ή αναφέρεται στην επίθεση, ο κατάλληλος για επίθεση, που χρησιμεύει για επίθεση: Επιθετικά όπλα. 2. που έχει χαρακτήρα επίθεσης, που γίνεται για επίθεση ή με επίθεση: Επιθετικό ύφος. – Επιθετική κίνηση. 3. που έχει… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιθετικά — ἐπιθετικός ready to attack neut nom/voc/acc pl ἐπιθετικά̱ , ἐπιθετικός ready to attack fem nom/voc/acc dual ἐπιθετικά̱ , ἐπιθετικός ready to attack fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθετικώτερον — ἐπιθετικός ready to attack adverbial comp ἐπιθετικός ready to attack masc acc comp sg ἐπιθετικός ready to attack neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθετικῶν — ἐπιθετικός ready to attack fem gen pl ἐπιθετικός ready to attack masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθετικόν — ἐπιθετικός ready to attack masc acc sg ἐπιθετικός ready to attack neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθετικώτατον — ἐπιθετικός ready to attack masc acc superl sg ἐπιθετικός ready to attack neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθετικαί — ἐπιθετικός ready to attack fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθετικοῖς — ἐπιθετικός ready to attack masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθετικοί — ἐπιθετικός ready to attack masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»